Εντυπώσεις απο την ανάβαση στο Πρ. Ηλία Ταϋγέτου 2.407μ.

Την Πέμπτη 20/7/2023, ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία, και εν μέσω παρατεταμένου καύσωνα, ανεβήκαμε με τον ΕΟΣ Καλαμάτας στην ομώνυμη κορυφή του Ταϋγέτου, τηρώντας μία παράδοση πολλών ετών. Η διαδρομή που επελέγη ήταν αυτή που ξεκινά από το δάσος της Βασιλικής, περνά από το διάσελο Πατιστό, και στη συνέχεια κατευθύνεται βόρεια, ακολουθώντας την κορυφογραμμή.

Έχοντας στο παρελθόν κάνει την ανάβαση από την πηγή Μαγγανιάρη, δεν ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκα στον Πρ. Ηλία. Ήταν ωστόσο η πρώτη φορά που συμμετείχα σε εκδρομή του ΕΟΣ Καλαμάτας, καθώς ζω στην Αθήνα και ανήκω σε διαφορετικό σύλλογο. Λόγω όμως της καταγωγής μου και της αγάπης μου για τη Μεσσηνιακή Μάνη, ήταν επιθυμία μου για πολύ καιρό, τόσο να επιχειρήσω τη συγκεκριμένη ανάβαση από το δάσος της Βασιλικής, όσο και να αποκτήσω επαφή με το ορειβατικό σύλλογο της Καλαμάτας, και να γνωρίσω τους ανθρώπους του.

Η δική μου διαδρομή ξεκίνησε από τον Κάμπο Δυτικής Μάνης, την Τετάρτη 19/7/2023 στις 15.00’ και με θερμοκρασία άνω των 40° C, όπου ο καλός μου φίλος, Γιώργος Κλείδωνας, είχε την ευγένεια να με παραλάβει με το αυτοκίνητό του. Στην Καρδαμύλη, συναντηθήκαμε με άλλα μέλη του συλλόγου, και συνεχίσαμε το δρόμο μας προς το βουνό. Μετά από αρκετή πορεία σε κακοτράχαλο χωματόδρομο, φτάσαμε στο εκκλησάκι του Αγ. Δημητρίου, όπου είχαμε την ευκαιρία να ξεδιψάσουμε στην πηγή που αναβλύζει από τα θεμέλιά του, και να εφοδιαστούμε με νερό για τη συνέχεια. Λίγο πιο μακριά ήταν το σημείο που θα κατασκηνώναμε, στα 1.600 μ υψόμετρο, κάτω από τη σκιά των ελάτων και της μαύρης πεύκης.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο καταφύγιο ανάγκης του συλλόγου, και σιγά σιγά μαζευτήκαμε καμιά 15ριά άτομα γύρω από το ξύλινο τραπέζι, στο οποίο σύντομα ξεκίνησε τσιμπούσι κανονικό, έτσι για να πάρουμε δυνάμεις. Το γεύμα διακοπτόταν για να χαιρετίσουμε και να συνομιλήσουμε με τους άλλους ορειβάτες που περνούσαν από το σημείο, κατευθυνόμενοι προς την κορυφή από νωρίς, για να περάσουν τη νύχτα εκεί.

Το χαμόγελο, η εγκαρδιότητα και η φιλοξενία που μου χάρισαν τα μέλη της ομάδας εκείνο το βράδυ, με έκαναν κυριολεκτικά να τα χάσω. Όπως και οι φοβερές ιστορίες του Μανώλη, για τις περιπέτειες του στα βουνά του εξωτερικού. Γρήγορα όμως ήρθε η ώρα του σιωπητηρίου, και αφού ορίστηκε η ώρα αναχώρησης για την κορυφή στις 02.00 πμ, αποχωρήσαμε ένας ένας, για όση ώρα ξεκούρασης μας έμενε.

Λίγο πριν τις 02.00 αρχίσαμε να μαζευόμαστε. Πάνω στο τραπέζι, μας περίμεναν ήδη 15 κούπες τσάι του βουνού που άχνιζαν. Μια ζεστή χειρονομία, με μήνυμα ξεκάθαρο: «στο καλό, καλό δρόμο, να γυρίσετε ασφαλείς».

Πρώτο μάθημα της ημέρας: «οι ομάδες, είναι ομάδες, όταν νοιάζονται και προσέχουν ο ένας τον άλλο».

Σύντομα πήραμε τον ανήφορο. Η νύχτα αφέγγαρη και ζεστή, παρά το υψόμετρο. Περπατούσαμε με τους φακούς κεφαλής κάτω από τα δέντρα, και σε καμιά ώρα φτάσαμε σε αλπικό πεδίο. Αφού έγιναν οι απαραίτητες προμήθειες νερού από την πηγή Μουσγιά, ανηφορήσαμε για το Πατιστό και στη συνέχεια πήραμε πορεία δεξιά, προς το Βορά.

Ο άνεμος ήδη ισχυρός, στα 5-6 Bf, δεν αστειευόταν. Τραβερσάραμε τη δυτική πλαγιά της κορυφογραμμής, σε μονοπάτι με καθαρή σήμανση, και με κάποια εκτεθειμένα περάσματα με συρματόσχοινο. Το έδαφος, για όποιον έχει βρεθεί στον Ταΰγετο, το αναμενόμενο: «πέτρα πάνω στην πέτρα». Πώς αλλιώς να το περιγράψεις; Σύντομα αρχίσαμε να ανηφορίζουμε προς την κορυφογραμμή. Εκεί πια δοκιμάσαμε τις ισχυρές ριπές του ανέμου, που μας ανάγκασαν να πέσουμε ξανά χαμηλά στη δυτική πλαγιά, και να κινηθούμε εκτός του μονοπατιού για αρκετά μέτρα. Κάπως έτσι λοιπόν, κάπου στα 2.000 μ., παλεύοντας με το σκοτάδι, τον αέρα και τον κόντρα ανήφορο, μαθαίνεις να βάζεις κάτω το κεφάλι και προχωράς. Και συνειδητοποιείς πώς το βουνό σε «σμιλεύει» σαν άνθρωπο, και στο κορμί, και στο νου, και στο χαρακτήρα. Μάθημα δεύτερο λοιπόν.

Σύντομα βγήκαμε στο «αεροπλάνο», στο σημείο όπου έχουν τοποθετηθεί συντρίμμια από το τραγικό ατύχημα του 1966, όπου και κάναμε το διάλειμμά μας, υπολογίζοντας ότι μάλλον φτάνουμε πιο νωρίς από ότι λογαριάζαμε στην κορυφή. Και όπως συνήθως, μετά τη χαλάρωση, έρχονται τα ατυχήματα. Ευτυχώς τίποτα σοβαρό. Μάθημα τρίτο, τα λόγια των συνοδοιπόρων μου: «σημασία δεν έχει πόσες φορές θα πέσεις, αλλά πόσες θα σηκωθείς». Θα το θυμάμαι παιδιά! 

Σε λίγο, η τελική ώθηση για την κορυφή, από τη δυτική πλευρά. Φτάνοντας πάνω, άρχισαν να σκάνε πυροτεχνήματα πάνω από τα κεφάλια μας. Δεν ξέρω αν ήταν για εμάς, πάντως και μέσα μου πυροτεχνήματα έσκαγαν, από τη χαρά για το κατόρθωμά μας.

Πατήσαμε κορυφή, στα 2.407 μέτρα πάνω από τη θάλασσα, την ώρα που χάραζε. Η λειτουργία είχε ξεκινήσει. Κόσμος πολύς και αρκετό κρύο. Κουκουλωμένοι με ό,τι ρούχα είχε ο καθένας, βρίσκαμε γνωστά πρόσωπα εδώ κι εκεί. «Βρε τί δουλειά έχεις εσύ εδώ?» και μετά γέλια και πειράγματα.

Μετά τη λειτουργία και την αναγκαία τακτοποίηση του χώρου, πήραμε το δρόμο της επιστροφής κατά τις 08.30 πμ. Φτάσαμε κάτω απροβλημάτιστα, παρά τον καυτό ήλιο, και με ένα επιπλέον μέλος στην παρέα: το Μιχάλη από την Καλιφόρνια, που τον γνωρίσαμε, τον συμπαθήσαμε και αποφασίσαμε να τον πάρουμε μαζί μας.

Μας υποδέχθηκαν με το πιο μεγάλο χαμόγελο οι κυρίες που είχαν μείνει πίσω, για να βρούμε εμείς έτοιμο (και πεντανόστιμο!) φαγητό κατεβαίνοντας. Αφού λοιπόν πλυθήκαμε και ξεκουραστήκαμε, ξανά φαί, ξανά ποτό, ξανά γέλια και πειράγματα.

Κάπου εδώ θα κλείσω αυτή την ιστορία, που έχει ήδη αρχίσει να γίνεται κουραστική. Θέλω να ευχαριστήσω την ομάδα, που ξεπέρασε τις προσδοκίες μου. Τον αρχηγό μας, Κώστα Κακλίδη, για τον υποδειγματικό τρόπο που ενήργησε και διαχειρίστηκε την ανάβαση αυτή. Το φίλο μου, το Γιώργο Κλείδωνα, που ήταν το στήριγμά μου σε αυτό το εγχείρημα. Τον Κωνσταντίνο, που είχε την καλοσύνη να με μεταφέρει με το αυτοκίνητό του, στην επιστροφή. Όλους τους καινούριους φίλους που γνώρισα στην εκδρομή αυτή, και με δέχθηκαν, με αγκάλιασαν, και μοιράστηκαν μαζί μου όλα τα παραπάνω.

Με την ευχή να τα ξαναπούμε σύντομα από κοντά.

Πάντα ψηλά!

Ειρήνη Κοντοσέα

Για να δείτε φωτογραφίες απο την εξόρμηση πατήστε ΕΔΩ